Skip to main content

Full text of "Η γνωσιοθεωρία του Descartes και η αντίπερα όχθη: Locke και Hume"

See other formats


[9ΡΝ 2654-2966 


Αιο]Πίνο 


Αιςοῄινο ΟΗΡργιπί 





Α ΚςΗΠΙΥΕ. 


Ορεη Αοοεςς οοἱεπίϊ ο 1ουτπα 


1955Ν 2654-2366 


γοιαπιε 15 -- 2019 ΟΠρτ]πί 


Νοµπιπθ ΝΟ: Αγεβίνθ Μοίμπις 15, 2019 

Εαΐῑος: Κ. ΚαἰορεΓγορουίος 

Ραἴα: 8 Ώ6οβπιρεΓ 2019 

µεθηςθα υΠαάθΓ α (Γθαϊϊνθ (οπἹπιοης Αἰϊπριίίοη-5ΠαΓε Αἰίκ 4.0 Ιπίθγπαϊίοπα| Ιἰεθηςθ. ΙΛ/ΠΙθΘις αἴθ ἴῃο οοργήρῃῖ 
Πο[αεις οἳ ἴΠαίγ ννοΓΚκ απα ηανθ γἱρῃῖ ἴο ριβΙίςῃ Π θἰσεννίεΓθ ννίη 4ηΥ {ΓεθῬ ο{ ποη-[γ6θ Ιἰοθηςθ ἴῃΠθγ ννἰςη. 


Οἴῖθ ας: Μαστοράκη, Α. 2019, Η γνωσιοθεωρία του Βεσεαγίες και η αντίπερα όχθη: ΙοεΚκε και 
Ηιπῃθ, ΑΓζΠἰνθ, 15, σσ. 31-38. 


Η γνωσιοθεωρία του Γοδοατίες και η αντίπερα όχθη: Τ/οεκο 
και Πωπ]ε 


Λέξεις-κλειδιά: οοοίίο ΘΓ0Ο 5ιΠΠ, ΗιµΠΠΘ, ΙοεΚθ, β9Πο ὨεσεαΓίες, είναι, εµπειρισµός, καρτεσιανό 
σύστημα, Καρτέσιος, νεώτερη φιλοσοφία, στοχασµοί περί της πρώτης φιλοσοφίας 


Μαστοράκη Ανδρονίκη, Μ5ε στη Συστηματική Φιλοσοφία: 


Αυσϊγαοϊ 

Βοςσαγίες ἰς ΠΟ μΠ{αἱΓΙΥ εοησἰαθγθα «Ταϊπει οἳ πθοϊθγίο ΡΠΙΙΟ5ΟΡΗΥ», ας Πἰς νΥΟΓΚ Πας Ρ6ε6η ἃ ἄθθρ 
«θοϊἴἰοη ἱπ ἴπε Πἰςίοιγ οἳ ρΠἰοσορῃίσαι ἴποιρῆῖ. ΙΠ ἴπα ρΓεςεηῖ εςςαγ νθ ΝνΜΙΙ οχαπιἰπα ἴῃα 
οοη/γοηϊαϊίοη οἳ Πεςσεαγίες ας ἴῖ «οΠοθΓης “πιοϊηποα οἱ Κπονν]εάρα” απα ν6 ννΙΙ αΠαγζθ6 Πίς 
αΓριπιθηϊαἴίοη ἰπ ἵπο Λήοα[αϊίίοης οη ἰῃο [Γσί ϱΠΙο5ορΏβγ. ΤΏειΠ ννα ννΙ] αἰϊοεπιρί α οοηεῖςθ 
οοπιραΓίσοη οὐ ὨΏοεσσαγίςθς’, |οεΚκθ’ς απα Ηωπιε΄’ς πιαῖῃοα, ἰΠ ΓΘΡΓΟ ἵο ἴπο ἄθριγθςῬ οἵ οθγϊαἰΠἲγ οἵ 
ΚποννΙοάρο οἳ «θηςἰβ|θ ννογ|ά 


Ο Καρτέσιος θεωρείται, Και όχι άδικα, ο «πατέρας» της νεώτερης Φιλοσοφίας, καθώς το έργο 
του αποτέλεσε τοµή στην ιστορία της Φιλοσοφικής σκέψης. Στην παρούσα εργασία θα 
εξετάσουµε την αντιμετώπιση του Βεκεβγίες ως προς την «μέθοδο» της γνώσης και θα 
αναλύσουμε την επιχειρηµατολογία του στους Στοχασμούς περί της πρώτης Φιλοσοφίας. Στη 
συνέχεια θα επιχειρήσουµε µια συνοπτική σύγκριση της γνωσιοθεωρίας του Ὠεσεαγίες, του 
ἱοσκα Και του Ηιµπιε, αναφορικά µε τον βαθµό βεβαιότητας της γνώσης του εξωτερικού 
κόσμου. 

Ένα απὀ κύρια χαρακτηριστικά της νεώτερης Φιλοσοφίας είναι η ενσυνείδητη αντιπαράθεσή 
της προς την μεσαιωνική σχολαστική παράδοση. Αρνούμενοι να συνεχίσουν τις ατέρµονες 
συζητήσεις περί ΄καθολικών εννοιών’ και “πραγματικών ποιοτήτων’᾽ -θέματα στα οποία είχε 
επιµείνει εξαντλητικά η μεσαιωνική Φιλοσοφία- οι νεώτεροι στοχαστές έστρεψαν το βλέμμα 
τους στην προσπάθεια κατανόησης και περιγραφής του φυσικού κόσμου µε ποσοτικούς όρους. 
Το αίτηµα αυτό, ὠστόσο, απαιτούσε και την ταυτόχρονη αντιμετώπιση ενός άλλου 
προβλήματος: καθώς η συλλογιστική λογική της σχολαστικής παράδοσης δεν ήταν παρά µια 
άκαρπη διαδικασία, η οποία απλά φΦανέρωνε πράγματα ήδη γνωστά, έπρεπε να αναζητηθεί µια 
νέα ισχυρή µέθοδος απόκτησης γνώσης. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ΏεςεβΓγῖες «προσπάῦησε να απεγκλωθίσει τη φιλοσοφία απὀ τη 
Σχολαστική, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις νοητικές δυνάµεις του ανθρώπου και να 
απελευθερώσει το ανθρώπινο πνεύμα από την αυθεντία του παρελθόντος»:. Αφού απέρριψε 
τις γνωστές μέχρι τὀτε µεθόδους που προέρχονταν από την συλλογιστική λογική ή τα 
μαθηματικά (γεωμετρία και άλγεβρα) καθώς τα διδάγµατα της πρὠτης «χρησιμεύουν μάλλον 
στο να εξηγεί κανένας στους άλλους τα γνωστά, ή /...] στο να μιλεί ἀάκριτα για τα άγνωστα, παρά 
στο να τα µαδαίνει», η δεύτερη «είναι πάντα τόσο περιορισμένη στην εξέταση των σχημάτων, 
που δεν µπορεί να γυµνάσει τη νόηση δίχως να κουράσει πολύ τη φαντασία» και η τρίτη 
κατέληξε να είναι τόσο «συγκεχυµένη και σκοτεινή, που μπερδεύει το πνεύμα αντί να είναι 
επιστήµη που το καλλιεργεί» αναζήτησε µια νέα μέθοδο, η οποία «συγκεντρώνοντας τα 
πλεονεκτήματα των τριών αυτών (τεχνών ή επιστημών), δα είταν απαλλαγμένη απὀ τα 


Ἰ]Μολύβας 2000, 33. 


32 


ελαττώματά τους»’. Κατέληξε, έτσι, σε τέσσερις βασικούς Κανόνες, που στοιχειοθετούν την 
αναλυτική του μέθοδο: 


«Το πρὠτο είταν να µην παραδέχοµαι ποτέ τίποτα για αληδινό, αν δεν το ξέρω ολοφάνερα 
αληῦινό: δηλαδή ν’ αποφεύγω προσεκτικά τη θιασύνη Και την προκατάληψη, και να µην 
περιλαμθάνω στις Κρίσεις µου τίποτα παραπάνω απ’ ότι θα παρουσιάζεται στον νου µου τόσο 
καθαρά Και τόσο ευδιάκριτα ώστε να µη µου δίνεται Καμιά ευκαιρία ν’ αμφιθάλλω γι’ αυτό. Το 
δεύτερο, να διαιρώ την καδεµιά απὀ τις δυσκολίες που Όα εξετάζω σε σα τεμάχια είναι 
δυνατόν και χρειάζεται για να τη λύσω καλύτερα. Το τρίτο, να κατευδύνω τις σκέψεις µου µε 
τάξη, αρχίζοντας απὀ τα πιο απλά κι ευκολογνώριστα, για ν᾿ ανέθω σιγά-σιγά, σαν από 
θαὑμίδες, ὡς στη γνώση τών συνὑετότερων, Και υποδέτοντας πως υπάρχει Κάποια τάξη ακόµα 
κι ανάµεσα σε κείνα που δεν προπορεύονται φυσικά το ἕνα απὀ το ἀλλο. Και, το τελευταίο, να 
κάνω παντού απαριῦµήσεις τόσο πλήρεις, κι ανασκοπήσεις τόσο γενικές, που να είμαι σίγουρος 
πως δεν παραλείπω τίποτα»". 


Ακολουθώντας αυτούς τους κανόνες ο ΠΒεςεαγίθς οικοδόµησε την Φιλοσοφία του, επιστέγασμα 
της οποίας ήταν οι Στοχασμοί περί της Πρώτης Φιλοσοφίας. Στους Στοχασμούς ξεκινά µε τη 
διαπίστωση ότι από µικρή ηλικία είχε διδαχθεί πάρα πολλά ψεύδη ως αλήθειες και όσα είχε 
οικοδοµήσει πάνω σε αυτά ήταν πολύ αμφίβολα. 

«Έπρεπε επομένως κάποτε στη ζωή µου να τα ανατρέψω όλα εκ θάδρων και να αρχίσω εκ νέου 
απὀ τα πρώτα Ὀεμέλια, αν επιδυμούσα να εδραιώσω κάτι στέρεο Και μόνιμο στο πεδίο των 
επιστηµών»". 


Στόχος, επομένως, του εγχειρήματος του ἢὨεςεβγίῖες ήταν ο εντοπισμός των πρώτων 
αδιαμφισβήτητων και αυταπόδεικτων αρχών, τις οποίες, όπως πίστευε, στερούνταν η 
σχολαστική παράδοση’ και επάνω στις οποίες θα θεμελιώνονταν τόσο η μεταφυσική όσο και η 
Φυσική Φιλοσοφία και επομένως κάθε επιστήµη:. Για να επιτύχει τον στόχο αυτό στηρίχθηκε σε 
δύο πεποιθήσεις: α) ότι όλοι οι άνθρωποι είναι σε θέση να ανακαλύψουν την αλήθεια 
χρησιμοποιώντας τον ορθό λόγο και β) ότι «η επαγωγική ή αναλυτική μέθοδος πρέπει να 
οδηγήσει τελικά σε µία Και μοναδική αρχή (ΡγἱηΖἰρ) υπέρτατης και απόλυτης θεθαιότητας, µε 
θάση την οποία πρέπει να ερμηνευτεί κατόπιν µε τη συνδετική μέθοδο ο Κόσμος της εμπειρίας 
σε όλη την έκτασή του»:. 

Στο ξεκίνηµα προς την αναζήτηση της αλήθειας, ο ὨΏεσεκβγίες χρησιμοποιεί το κυριότερο όπλο 
των σκεπτικιστὠν: την ριζική αμφιβολία. Με µια σειρά διαδοχικών επιθέσεων απορρίπτει 
σταδιακά οτιδήποτε εμπεριέχει έστω και την ελάχιστη αμφιβολία ώστε να καταλήξει σε µια 
απόλυτα βέβαιη και αναμφίβολη αλήθεια, εφόσον αυτή υπάρχει. Το πρώτο χτύπημα λαμβάνει 
χώρα εναντίον των δεδοµένων που παραλαμβάνονται µέσω των αισθήσεων, εφόσον ενίοτε 
αποδεικνύονται εσφαλμένα «Και είναι συνετό να µην εμµπιστευόµαστε ποτέ εντελώς όσους µας 
απάτησαν έστω Και µία φορά»ὲ. Το δεύτερο καταφέρεται εναντίον της βεβαιότητας που αφορά 
σε θέµατα όπως «ότι είμαι τώρα εδώ, ότι κάθομαι Κοντά στη φωτιά, ότι είμαι ντυμένος µε 





2ΡεςεθΓίες 31976, 18-9. 

ἁΡεςεβγῖος 1976, 19, 

Ά Ντεκάρτ 2003, 59. 

Ἀοιίηρμαπη 2003, 60-1. 

5Ο Ρεςεαγίες σύγκρινε μεταφορικά τη φιλοσοφία µε ένα δέντρο: «οι ρίζες είναι η μεταφυσική, ο Κορμός 
είναι η φυσική και τα κλαδιά που ξεπηδούν από τον κορμό είναι όλες οι άλλες επιστήµες», βλ. 
ϱοἵπρῃαπη 2003, 69. 

ΤΝΝΙΠάΘΙραΠά δι Ηεἰπησοδίῃ 1982, 159. 

ὄντεκάρτ 2003, 61. 


. 


χειμερινό χιτώνιο, ότι Κρατώ στα χέρια τούτο το χαρτί, κ.τ.ὀ.».. Όλα αυτά θα μπορούσαν 
κάλλιστα να αποτελούν εναργείς ονειρικές εικόνες, λέει ο Ώεσεαγίες. Το τρίτο χτύπημα αφορά 
τις βεβαιότητες γενικών κατηγοριών πραγμάτων που θεωρούνται αδιαμφισβήτητα ακόµα κι 
όταν ονειρευόµαστε, όπως για παράδειγµα ότι υπάρχουν χέρια, πὀδια, πρόσωπα κ.λπ. Αν 
συγκρίνουμε, όµως, το ὀνειρο µε έναν ζωγραφικό πίνακα διαπιστώνουμε τι, όπως οι 
ζωγράφοι μπορούν να «επινοήσουν Κάτι τόσο καινοφανές ὥστε να µην έχουµε δει απολύτως 
τίποτα ὁμοιό του, Κάτι εντελώς πλασματικό και ψεύτικο»:., ἐτσι Και το όνειρο µπορεί να 
συντίθεται απὀ πράγματα τα οποία δεν υφίστανται στην πραγματικότητα. Ωστόσο, απομένει η 
ένσταση πως ακόµα κι αν τίποτα δεν είναι αληθινό απ’ ότι αναπαριστά ένας πίνακας, 
τουλάχιστον τα χρώματα από τα οποία είναι Φτιαγµένος είναι αληθινά. Έτσι και στη Φύση θα 
πρέπει να υφίστανται τουλάχιστον κάποιες στοιχειώδεις έννοιες, λ.χ. η έκταση, το μέγεθος, ο 
αριθµός, ο χρόνος, οι βασικές αρχές της αριθµητικής και της γεωμετρίας κλπ. Το τελειωτικό 
χτύπημα έρχεται να καταρρίψει και την τελευταία ένσταση: είναι πολύ πιθανό να σφάλλω 
ακόµα κι όταν σκέφτομαι τόσο απλά πράγµατα όπως ὀτι δύο συν τρία κάνει πέντε και ότι το 
τετράγωνο έχει τέσσερις πλευρές, καθώς τον κόσµο µπορεί να κυβερνά κάποιος «Κακόθουλος 
δαίμονας, παντοδύναμος Και παμµπόνηρος, που χρησιμοποιεί όλη την πανουργία του για να µε 
ξεγελά». Τίποτα, λοιπὀν, µπορεί να µην είναι αληθινό και τίποτα να µην υπάρχει. 


«Μήπως λοιπόν δεν υπάρχω ούτε εγώ; Όχι, αν πείστηκα για κάτι, τότε είναι θέθαιο ότι υπάρχω. 
Αλλά υπάρχει Κάποιος μυστηριώδης απατεώνας, παντοδύναμος Και παµπόνηρος, που µε 
ξεγελά µε πανουργία διαρκώς. Αν όµως µε ξεγελά, είναι αναμφίθολο ότι υπάρχω: κι ας µε 
ξεγελά όσο δέλει, αφού δεν ὃα µε Κάνει ποτέ να µην εἰμαι τίποτε όσο Όα σκέφτομαι ότι είμαι 
Κάτι. Ώστε, µετά απὀ υπερεπαρκές ζύγισμα των πάντων, πρέπει εντέλει να καταλήξω ότι η 
απόφανση Εγώ εἶμαι, εγώ υπάρχω, αληδεύει αναγκαία όποτε την προφέρω ή τη συλλαμθάνω 
στο πνεύμα µου»".. 

Με τον τρόπο αυτό, έφτασε ο Βεςεβγίῖθς σε εκείνη την ενιαία και θεµελιακή αλήθεια που 
αναζητούσε, την «βεβαιότητα για το είναι της συνείδησης»”. Στη συνέχεια όφειλε να 
αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην ύπαρξη της εξωτερικής πραγματικότητας, χτίζοντας 
επάνω στο πρὠτο αυτό θεμέλιο της αυτοσυνείδησης. «Το εγώ που έχει υποστεί µια τέτοια 
αναγωγή», παρατηρεί ο ΗιςςεγΓ!, «επιτελεί τώρα ένα είδος σολιψιστικού φιλοσοφείν. Αναζητά 
αποδεικτικά θέθαιους δρόμους δια των οποίων µπορεί να διανοιχδεί µια αντικειμενική 
εξωτερικότητα µέσα στην καδαρή εσωτερικότητα του εγώ»: [13]. Με άλλα λόγια, µε βάση αυτό 
που έχει γίνει ήδη γνωστό, ότι δηλαδή ΄εγὠ υπάρχω ως σκεπτόµενο πράγμα’, ο Ώεςεαγίες 
προχωρά στη διερεύνηση της ύπαρξης άλλων όντων. 

«Στα λίγα τούτα συνόψισα ό,τι ἑέρω αληδινά, ή έστω ό,τι διαπίστωσα μέχρι στιγµής ότι ἑέρω. 
Τώρα δα ερευνήσω πιο επισταµένα αν ίσως υπάρχουν επίσης µέσα µου άλλα πράγματα τα 
οποία δεν πρὀσεέα ακόµα. Είμαι θέθαιος ότι είμαι σκεπτόµενο πράγμα. Άρα δεν ξέρω επίσης τι 
απαιτείται για να είμαι θέθαιος για Κάποιο πράγμα; Σε τούτη την πρώτη γνώση δεν υπάρχει 
τίποτα ἀἆλλο απὀ µια σαφής Και διακριτή αντίληψη εκείνου που θεθαιώνω: η οποία ασφαλώς 
δεν δα αρκούσε για να θεθαιωθδώ για την αλήδεια του πράγματος, αν ενδέχετο ποτέ Κάτι που 
αντιλαμθάνομαι σαφώς και διακριτώς να είναι ψευδές. Επομένως, φαίνεται ότι μπορώ τώρα να 


Ὀντεκάρτ 2009, 61. 

Ντεκάρτ 2003, 63. 

11 Ντεκάρτ 2003, 71-2. 

12 ννΙπάεΙραπαά δι Ηεἰπιςοαίμ 1982, 160. 
Ἰμιςςαη! ΄2002, 14. 


34 


θέσω ως γενικὀ κανόνα πώς, καδετί που αντιλαμθάνομαι λίαν σαφώς και διακριτώς, είναι 
αληδές»"'. 

Αυτές οι σαφείς και διακριτές ιδέες”, στις οποίες αναγνωρίζεται το αδιάψευστο κριτήριο 
αληθείας, ονομάζονται απὀ τον Ώθσεαγίες έµφυτες ιδέες;ξ αυτές υπάρχουν στον άνθρωπο εκ 
γενετής και αντιδιαστέλλονται προς τις επείσακτες (που προέρχονται απὀ τα εξωτερικά 
πράγματα) καιτις πεποιηµένες (που επινοούνται απὀ τον ίδιο τον άνθρωπο). Η βεβαιότητα της 
κατ’ ανάγκην αλήθειας των έµφυτων ιδεών µπορεί να κλονιστεί µόνο απὀ το επιχείρημα της 
ύπαρξης του πανούργου δαίµονα. Εποµένως, για την στήριξη αυτού του γενικού κανόνα 
προαπαιτείται η απόδειξη της ύπαρξη του Θεού -ο οποίος, εξ ορισμού, δεν είναι δυνατό να 
μάς εξαπατά. 

Ο Βεςεαγῖες παρέχει τρία επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού. Το πρώτο επιχείρημα, το 
οποίο έχει χαρακτηριστεί ιδεολογικό, βασίζεται στη σαφή και διακριτή ιδέα που έχουµε για τον 
Θεό ως τέλειο ον. Η ιδέα αυτή δεν µπορεί να προέρχεται απὀ εμάς, ισχυρίζεται ο ΠΏεσεαγίες, 
εφόσον εμείς είµαστε πεπερασμένα και ατελή όντα:΄.προέρχεται επομένως απότον Θεό, άρα ο 
Θεός υπάρχει. Στην ίδια πεποίθηση για τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος βασίζεται και το 
δεύτερο επιχείρηµα του Πεςσεαγίες για την ύπαρξη του Θεού, το οποίο συμβατικά ονομάζεται 
κοσμολογικό. Το επιχείρηµα αυτό έχει ως εξής: έχω αποδείξει την ὐπαρξή µου: ὠστόσοτο αίτιο 
της ὐπαρξής µου δεν θα μπορούσε να ήταν ο ίδιος µου ο εαυτός, εφόσον τότε «δεν ὑα 
αμφέθαλλα, δεν ὃα επιδυμούσα και δεν δα µου έλειπε τίποτα, διότι θα χορηγούσα στον εαυτό 
µου όλες τις τελειότητες των οποίων υπάρχει µέσα µου Κάποια ιδέα, Και έτσι ὃα ήµουν εγώ ο 
ίδιος Θεός»: επομένως το αίτιο της ὐπαρξής µου είναι ο Θεός, άρα ο Θεός υπάρχει. Το τρίτο 
επιχείρημα, τέλος, το οποίο έχει καθιερωθεί να ονομάζεται οντολογικό, δεν αντλείται εκ των 
αποτελεσμάτων του Θεού (α ροϊοηἰοΓη, όπως τα δύο προηγούμενα, αλλά απὀ την ίδια την 
Φύση του Θεού (α ρηοΓγῇῦ. Σύµφωνα µε αυτό, στον Θεό κατηγορούνται όλες οι τελειότητες, µια 
εκτων οποίων είναι και η ύπαρξη, επομένως ο Θεός υπάρχει. Με άλλα λόγια, η ύπαρξη ανήκει 
στην ουσία του Θεού. Εφόσον, λοιπὀν, κατά τον Καρτέσιο, η ύπαρξη του Θεού έχει αποδειχθεί, 
«αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη στο ΙµΠιθη παϊμγαίο [φυσικό φως], δηλαδή στην άµεση 
προφάνεια της έλλογης γνώσης, η οποία έτσι θεμελιώνεται οριστικά»;., 


Το επόμενο βήμα είναι να περάσει απὀ το πνευματικό στο υλικό επίπεδο για να εξακριβώσει τι 
ισχύει σε αυτό. Ο γενικός κανόνας ότι κάθε σαφής και διακριτή ιδέα είναι αληθής Θα 
μπορούσε, αναλογικά, να χρησιµοποιηθεί και για τα υλικά πράγματα. Για τον ΠΏεσεαγίες, όμως, 
µόνο τα μαθηματικά είναι ικανά να ανταποκριθούν στην απαίτηση της καθαρότητας και της 
σαφήνειας. Επομένως, αληθινές είναι µόνο οι προτάσεις που περιγράφουν µε ποσοτικούς 





Ντεκάρτ 2003, 87. 

Ίδς,.Αποκαλώ µια αντίληψη σαφή [...] όταν είναι παρούσα Και προσιτή στον προσεκτικό νου, όπως 
ακριθώς ισχυριζόµαστε ότι θλέπουμε κάτι καθαρά, όταν παρουσιάζεται στην ενατένιση του θλέμματός 
µας και τη διεγείρει αρκετά ισχυρά και ευπρόσιτα» (ΑΤ ΝΙΙΙ. 22: 65ΜΙ. 207). Μια αντίληψη είναι 
διακριτή, συνεχίζει να εξηγεί ο Ντεκάρτ, όταν, εκτός από το ότι είναι σαφής, περιέχει µόνο ό,τι είναι 
σαφές. Βλ. (οἴτίπρμαπι 20083, 65. 

16 «Με τον ὀρο αυτό συνδέει ευκαιριακά και την ψΨυχογενετική άποψη ότιοι έμφυτες ιδέες έχουν 
χαραχτεί στην ψυχή του ανθρώπου απὀ τον Θεό, κυρίως όµως δέλει να τονίσει τη γνωσιολογική αξία της 
άµεσης έλλογης προφάνειας». ΜΝΙπάεΙραΠα δι Ηεἰπιςοείῃ 1982, 162. 

170 Βοςεαγίος πίστευε ότιτο κατηγόρηµα που αποδίδουµε σ’ ένα πράγμα εμπεριέχεται αναγκαία και στο 
αίτιο του πράγματος αυτού (βλ. 6οἴιτίπρμαπι 2003, 133). Εν προκειμένω, δηλαδή, εφόσον η ιδέα του 
Θεού εμπεριέχει την τελειότητα, το αίτιότης θα πρέπει κι αυτό αναγκαία να εμπεριέχει την τελειότητα, 
επομένως, το αίτιο αυτής της ιδέας δεν µπορεί να είναι ο ίδιος ο άνθρωπος αλλά ένα τέλειο ον. 

35 γνιπάείραπα δι Ηεπισοδίῃ 1982, 163. 


35 


όρους τα πράγματα (σχήμα, μέγεθος, διάταξη και ταχύτητα), που αφορούν δηλαδή στις 
πρωτεύουσες ιδιότητες των υλικών πραγμάτων. Αντίθετα, τα δεδοµένα που λαμβάνουμε από 
τις αισθήσεις, Και αφορούν σε ποιοτικούς καθορισµούς, είναι ασαφή Και συγκεχυµένα”. 
εξάλλου, σύμφωνα µε τον Καρτέσιο, δεν αφορούν την πραγματική υπόσταση των υλικών 
πραγμάτων, για αυτό και ονομάζονται δευτερογενείς ιδιότητες. Η θέση αυτή θα οδηγηθεί, 
τελικά, στα άκρα όταν θα υποστηρίξει τον δυϊσμό των ουσιών: «ό,τι εμπίπτει στην εμπειρία µας 
αποτελεί ένα είδος του κατά χώρο είναι ή του συνειδησιακού είναι. Η χωρικότητα και η 
συνειδητότητα (δχἰεησίο και εοσ[αίίο) είναι τα έσχατα, απλά και πρωταρχικά κατηγορήµατα 
(Αιτὶοιϊθ) της πραγματικότητας. Ό,τι είναι, είναι είτε στο χώρο είτε στη συνείδηση»”.. 
Συνακόλουθα, ο κόσμος διαιρείται σε δύο εντελώς διακριτούς και ανεξάρτητους χώρους: τον 
χώρο της ύλης καιτον χώρο του πνεύματος” [21]. 

Ο δυισµός αυτός, εντούτοις, δεν αποτελεί, στη σκέψη του Καρτέσιου, τροχοπέδη για τη γνώση 
του εξωτερικού κόσμου. Εφόσον όλα τα υλικά πράγματα είναι δυνατόν να αναχθούν σε 
μαθηματικές σχέσεις έπεται ότι είναι εφικτή και η γνώση τους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει 
ο Μολύβας: «Όλα ανάγονται τελικά σε ποσότητα Και επανάληψη της ἶδιας θασικής µονάδας. 
Υπό αυτή την έννοια δεν υπάρχει εμπόδιο που να παρεμθαίνει µεταξύ των καθαρών και 
διακριτών εννοιών των µαδηματικών Και των φαινομένων του εμπειρικού κόσμου. Δεν υπάρχει 
δηλαδή ασυνέχεια ή ποιοτική διαφοροποίηση μεταξύ της γεωμετρίας και της φυσικής. Αφού 
κάθε φυσικό σώμα καταλαμθάνει έκταση στον χώρο, η γνώση της έκτασης, δηλαδή η 
γεωμετρία, καδοδηγεί τη φυσική. Το μοντέλο για τον Ντεκάρτ είναι η γεωμετρία που ξεκινά απὀ 
γενικές αρχές Και µε αυστηρή απαγωγική µέἐδοδο προχωρεί στο µερικὀ φαινόμενο της 
φύσης»”'. 

Ο ΙοεΚε, λίγο αργότερα, θα απορρίψει τη διδασκαλία περί ἐμφυτων ιδεών -ως περιττή ἠ 
στερούµενη ισχυρής υποστήριξης- και θα υποστηρίξει την άποψη ότι ο ανθρώπινος νους 
γεννιέται ως «άγραφο χαρτί», πάνω στο οποίο εγγράφονται οι εµπειρίες’. Με αυτόν τον 
τρόπο, µέσω της αίσθησης και του διαστοχασμού, οι εµπειρίες μετατρέπονται σε απλές και 
σύνθετες ιδέες. Με άλλα λόγια, οι αισθήσεις είναι εκείνες που παρέχουν τα υλικά της γνώσης. 
Εντούτοις, σύµφωνα µε την εὐστοχη παρατήρηση του Αυγελή, «μολονότι ο ΙοεΚθ ανοίγει το 
δρόµο που οδηγεί στο διττό χαρακτήρα και της πιο απλής αισδητηριακής αντίληψης και, 
γενικότερα, της εμπειρίας, όµως δεν τον ακολουὺεί παραπέρα, γιατί μπροστά του έθαλε ένα 
αξεπέραστο εμπόδιο: στον ορισμό της ιδέας συγχέει το περιεχόµενο µε το αντικείµενο της 
νόησης (ή της συνείδησης). Έτσι δεν µπορεί να οδηγηδεί, µέσα από το διττό χαρακτήρα της 
εμπειρίας, σε µια Ψεμελίωση της γνώσης πάνω σε ενιαία θάση και κυμαίνεται ανάµεσα σε δύο 
πόλους»”'. 


13«Ο Βεσεαγίες χαρακτηρίζει φαντασία (ἱπιασίπαίίο) την αισθητηριακή πρόσληψη του ποιοτικού, ενώ, 
εξάλλου, την πρόσληψη εκείνου που είναι δυνατό να «κατασκευαστεί» µε µαδηματικό τρόπο τη 
χαρακτηρίζει διανοητική γνώση (ἰπίεΙ[εοῖίο). Και παρόλο που εκτιμά σωστά τη θοήῦεια που προσφέρει η 
εμπειρία στη φαντασία δεωρεί ότι πραγματική επιστημονική γνώση εἶναι µόνο αυτή που θασίζεται στη 
διάνοια». Βλ. Λ/Ιπάε|θαπα δι Ηεἰπιςσοείῃ 1982, 164. 

29 γΝιπαθΙραπα δι Ηεϊπιςοθῖη 1952, 177. 

΄ἹΩστόσο, «με τη ριζική διάκριση μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου που συνέλαθε θοήδησε 
μακροπρόῦὑεσμµα μάλλον τον υλισμό παρά την πνευματοκρατία. Συντέλεσε στην αντιμετώπιση του υλικού 
κόσμου ως επαρκούς Και αυτόνοµου αντικειμένου μελέτης». Βλ. Μολύβας 2000, 33. 

Ζ΄ Μολύβας 2000, 38. 

“γνοοίπουςο 2003, 127. 

΄᾽Αυγελής 2001, 243. 


36 


Ο πρώτος πόλος είναι αυτός που ακολουθεί τις επιταγές του εμπειρισμού, δίνοντας οντολογική 
προτεραιότητα στα δεδοµένα των αισθήσεων. Ο δεύτερος ακολουθεί την ρασιοναλιστική 
γραµµή που χάραξε ο Πεςεαγίες, αναφορικά µε τον δυϊσμό πνεύματος-σώµατος αλλά και σε 
σχέση µε την γνωσιοθεωρητική προτεραιότητα του πρώτου έναντι του δεύτερου. Μόνο µέσω 
του πνεύματος μπορούμε να αποκτήσουµε γνώση, σύμφωνα µε τον άγγλο φιλόσοφο, καθώς 
αυτή ορίζεται ὡς «η αντίληψη της σύνδεσης Και της συμφωνίας ή της διαφωνίας και της 
αµοιθαίας απώδησης όλων των ιδεών µας»’.. Εάν δεν είναι σαφής µια τέτοια αντίληψη για τις 
συνδέσεις των ιδεώὠν τότε μπορούμε να έχουµε µόνο γνώµη και όχι γνώση. Αυτό σηµαίνει ότι 
µόνο η γεωμετρία, η οποία «αποτελείται από ΄“θέθαιη και καδολική γνώση’, αποκτηµένη µε εκ 
των προτέρων εποπτεία ή απὀδειξη»΄;, συνιστά επιστήμη. Αντίθετα, όµως, από τον Καρτέσιο, ο 
ἱουκε δεν ανάγει τη γεωμετρία στον Φυσικό κόσµο. Υποστηρίζει ότι μπορούμε µόνο να 
παρατηρούμε τις ιδιότητες των υλικών πραγμάτων και όχι να γνωρίσουμε την πραγματική 
ουσίατους, οπότε η φυσική Φιλοσοφία δεν συνιστά επιστήμη. 

Όπως είδαμε, ο κόσμος του ορθολογικού καρτεσιανού συστήµατος αποτελείται απὀ σταθερές 
δοµές βασισμένες σε σαφείς αιτιατές σχέσεις, τις οποίες είναι δυνατό να ανακαλύψουµε. Ο 
“μετριοπαθής ρεαλισμός” του Ιοεκε αποφαίνεται θετικά στην ύπαρξη τέτοιων σταθερών 
δομών, θεωρεί, ὠστόσο, ὀτι κείνται πέραν των γνωστικών δυνατοτήτων µας. Ο Ηωπιθ θα 
προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα αμφισβητώντας την ίδια την ύπαρξη των σχέσεων αιτιότητας. 
Ως συνεπής εμµπειριστής ισχυρίζεται ότι κάθε νοητική παράσταση προέρχεται απὀ τα 
αισθητηριακά δεδομένα. Αντικείµενο της επιστήµης, σύµφωνα µετον Σκὠτο φιλόσοφο, είναι η 
επεξεργασία και η συστηματική κατάταξη αυτών των εμπειρικών ιδεών. Από την άλλη πλευρά, 
όµως, υιοθετώντας µια σκεπτικιστική στάση, ο Ηωπιε διακηρύσσει ότι δεν μπορούμε να έχουµε 
καμία βεβαιότητα για τους φυσικούς νόµους. «Γιατί διατυπώνοντας ένα φυσικό νόμο δεν λέμε 
τίποτα περισσότερο απὀ το ότι όλοι οι ἀνδρωποι έχουν παρατηρήσει μέχρι τώρα να συµθαίνει 
αυτό το γεγονός. Η σχέση αιτίου-αποτελέσματος είναι καδαρά ψυχολογική σχέση»”.. 

Εν κατακλείδι, µετά την εισαγωγή από τον Ὠεσεαβγίες, της αρχής του οοοίο ΘΙ0Ο 5ΠΊ, «η 
αυτογνωσία του πνευματικού ὀντος εµφανίζεται ως πρωταρχική θεθαιότητα, ως κάτι 
αυτονόητο Και πέρα απὀ κάδε αμφισθήτηση. Στο θαῦμό όµως που ο κόσμος της συνείδησης 
παρουσιάζεται διαφορετικός απὀ τον Κόσµο των υλικών σωμάτων και της κατά χώρο έκτασης 
μεγαλώνουν και οι δυσκολίες ως προς τη δυνατότητα να γίνει γνωστός αυτός ο υλικός Κόσμος. 
[...] Έτσι λοιπόν η γνωσιολογία της νεότερης φιλοσοφίας αναγνωρίζει εξαρχής µια υπεροχή της 
εσωτερικής εμπειρίας, εξαιτίας της οποίας γίνεται προθληματική η γνώση του εξωτερικού 
κόσµου»;. Ο Καρτέσιος θα επιχειρήσει να θεμελιώσει τη βεβαιότητα της γνώσης του 
εξωτερικού κόσμου στην πίστη για την ύπαρξη των ἐέµμφυτων ιδεών. Ο ΙοεΚ6, «ο οποίος έκανε 
µια εκλαϊκευμένη εμπειρική-ψυχολογική περιγραφή του γενικού πλαισίου της καρτεσιανής 
κοσμοαντίληψης»Σ,, θα απορρίψει την πίστη στις έµφυτες ιδέες Και θα οριοθετήσει τη 
δυνατότητα του ανθρώπου να αποκτήσει βέβαιη γνώση για τον Φυσικό κόσµο. Ο Ηωπηε, τέλος, 
βλέποντας τον Κόσμο ως ένα «πλούσιο αμάλγαμα, όχι ένα καρτεσιανό σύστημα»”, θα 
δυναμιτίσει οποιαδήποτε βεβαιότητα για γνώση της εξωτερικής πραγματικότητας, και θα 
αντιμετωπίσει την τελευταία ως µια σειρά απὀ συμπτωμµατικές κανονικότητες. 





3γΎνοοίπουςθ 2003, 130. 

”2ΥΝοοΙµουςε 2003, 148. 

” Βαλλιάνος 2001, 117. 

ΣΜηολύβας 2000, 62. 

3 γνΙπαεΙθαπα 8ι Ηαϊπιςοδίῃ 1982, 251. 
3 γνιπαεΙθαπα 8ι Ηαϊπιςοδίῃ 1982, 219. 
Ἱ Μολύβας 2000, 60. 


37 


Βιβλιογραφία 
Αυγελής, Ν. 2001. Εισαγωγή στη φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη: Κώδικας. 
Βαλλιάνος, Π. 2001.0Οι Επιστήµες της Φύσης καιτου Ανθρώπου στην Ευρώπη, τ. Β’, Πάτρα: ΕΑΠ. 


(οἱηρῄαηῃ, |. 2003. Φιλοσοφία της Επιστήμης Α΄: Οι Ορδολογιστές, (µτφρ. Σ. Τσούρτη), Αθήνα: 
Πολύτροπον. 


ΠΏεςεαγίθς, 1976. Λόγος περί της Μεθόδου, (εισαγ.-μτφρ.-σχόλια Χρ. Χρηστίδης), Αθήνα: 
Παπαζήσης. 

Ηιςςθ(!, Ε. ΄2002. Καρτεσιανοί Στοχασμοί, (µτφρ. Π. Κόντος), Αθήνα: Ροές. 

Μολύβας, Γ. 2000. Φιλοσοφία στην Ευρώπη, τ. Β’, Πάτρα: ΕΑΠ. 

Ντεκάρτ, Ρ. 2003. Στοχασμοί περί της Πρώτης Φιλοσοφίας, (µτφρ.-σχόλια Ε. Βανταράκης), 
Αθήνα: Εκκρεμές. 

ΜΜΙηάεΙσαπά, ΝΝ., Ηεἰπιςοθείῃ, Η. 1982. Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, τ. Β’, (µτφρ. Ν.Μ. 
Σκουτερόπουλος), Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ. 


ἸΜοοπουςε, Β.». 2003. Φιλοσοφία της Επιστήµης Β΄: Οι Εμπειριστές, (µτφρ. Σ. Τσούρτη), Αθήνα: 
Πολύτροπον, 


( 2005 Μαστοράκη Ανδρονίκη 


3δ 


ΑΕΟΗΙΝΕ  ΤΙΒΘΝ 2654-2366 ΕΒΕ/ΝΙ4Η